ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Π Ρ Ι Ν Τ Η Ν Α Ν Α Γ Ε Ν Ν Η Σ Η
«Φτωχή και γυμνή περπατεί η φιλοσοφία, λέει…λίγους συντρόφους θα έχεις σ’ αυτές τις στράτες μα σε παρακαλώ, πνεύμα μαγικό εσύ, τέλος μη δώσεις στην υπέροχή σου αυτή πορεία.»
Οι στίχοι αυτοί του Πετράρχη -με την εμφάνιση του οποίου αρχίζει μια καινούρια εποχή του πολιτισμού, η εποχή της Αναγέννησης- εκφράζουν, με σπαρακτικό τρόπο, το δραματικό σημείο στο οποίο είχε φτάσει η φιλοσοφία, ύστερα από τη μακρά περίοδο των Μέσων Χρόνων, του Μεσαίωνα, κατά την οποία οι φιλόσοφοι, και κάτω από την καταλυτική επίδραση του Αριστοτέλη, είχαν εμπλακεί σε μια εξαντλητική διατύπωση λογικών επιχειρημάτων, κατά τα άλλα άψογων από τυπικής πλευράς, η προβολή των οποίων αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση καθαρά θεωρητικών ζητημάτων τα οποία δεν είχαν σχέση με τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι.
Η θανατική καταδίκη του Τζορντάνο Μπρούνο (γεν. 1548), που ήταν και η τελευταία δολοφονία της Ιεράς Εξέτασης απέναντι στην ελεύθερη φιλοσοφική σκέψη, σηματοδότησε το τέλος της μαγικής ή αλχημικής εποχής των φιλοσόφων που έδρασαν στη σκοτεινή πλευρά της εποχής της Αναγέννησης και πλέον, εισερχόμαστε στα χρόνια της ορθολογιστικής αναγεννησιακής σκέψης.
Κατά το Μπρούνο και τους άλλους αλχημιστές φιλοσόφους (π.χ. Παράκελσος) υποστήριζαν τη μαγική προσέγγιση των πραγμάτων, που εκπορευόταν από την πεποίθηση ότι η φύση μέσα στην οποία ζει και δρα ο άνθρωπος, δεν είναι κάτι ανοικείο, διαφορετικό προς αυτόν, αλλά ότι απεναντίας είναι ο εαυτός του σε μεγέθυνση και, ως εκ τούτου, μπορεί, σαν ένας θεός κι αυτός, παρεμβαίνοντας στη διαδικασία της λειτουργίας της, να την προωθήσει, να την κάνει τελειότερη, κι έτσι ο άνθρωπος να ξεπεράσει το φράγμα του θανάτου, της αρρώστιας και της φτώχιας και να γίνει ευτυχισμένος εδώ, πάνω σ’ αυτή τη γη.
Α Ν Α Γ Ε Ν Ν Η Σ Η (14ος-16ος αι.)
Σύμφωνα με την παραδοσιακή άποψη, η Αναγέννηση εννοείται ως η ιστορική περίοδος της Ευρώπης που ακολούθησε μετά τους Σκοτεινούς Αιώνες (Μεσαίωνας) και προηγήθηκε της Μεταρρύθμισης, διαρκώντας περίπου από το 14ο μέχρι το 16ο αιώνα και τελικά θεωρήθηκε περισσότερο ως ένα πολιτιστικό πρόγραμμα ή κίνημα που βασίστηκε στον Ουμανισμό και τον Κλασικισμό, παρά ως μια αυτόνομη ιστορική περίοδος. Η νέα πνοή της Αναγέννησης επικεντρώθηκε κυρίως στον τομέα των τεχνών, ενώ έθεσε τους σπόρους για μια νέα εποχή της φιλοσοφίας, η οποία, όμως εκφράστηκε κυρίως την περίοδο του Διαφωτισμού.
Αναγεννησιακός Ουμανισμός
Με τον όρο αυτό αναφερόμαστε στην πνευματική κίνηση που εκδηλώθηκε στη δυτική Ευρώπη, ξεκινώντας από τη Φλωρεντία, στα τέλη του 14ου αιώνα. Χαρακτηρίστηκε από την τάση για την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την τέχνη και τις αξίες του κλασικού κόσμου, καθώς και από την αίσθηση του ατόμου να κατανοήσει και να αλλάξει τόσο τον εαυτό και τον κόσμο αναζητώντας ορθολογικές απαντήσεις και όχι θρησκευτικές, που κυριαρχούσαν στην προηγούμενη περίοδο του Μεσαίωνα.
Ο όρος Ουμανισμός ή Ανθρωπισμός χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά το 14ο αιώνα και αναφερόταν σε όσους δίδασκαν τις λεγόμενες ελευθέριες τέχνες (γεωμετρία, γραμματική, ποίηση, ρητορική και ηθική φιλοσοφία). Ο ουμανισμός ενθάρρυνε το ενδιαφέρον των ανθρώπων για την τέχνη, για την κλασική αρχαιότητα και την ανθρώπινη φύση. Έδινε έμφαση στο λόγο και στην έρευνα και αμφισβητούσε τη θεολογική παράδοση που εξύψωνε το θείο, χρησιμοποιώντας ως μοντέλα καθημερινούς ανθρώπους. Πίστευαν στη σημασία της εκπαίδευσης και στην πεποίθηση ότι η τέχνη μπορούσε να κωδικοποιηθεί σε κανόνες που θα εξυπηρετούσαν του σκοπούς της διδασκαλίας. Ανάμεσα στους σημαντικότερους ουμανιστές καλλιτέχνες ήταν ο Ραφαήλ, Λεονάρντο Ντα Βίντσι, Ντονατέλο, Τιντορέτο και Τσιτσιάνο. Στην ακαδημαϊκή διδασκαλία ο Πουσέν ήταν ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της εποχής του.
Μακιαβελισμός
Σημαντική ώθηση για τη φιλοσοφική σκέψη της εποχής αυτής έδωσε ο Νικολό Μακιαβέλι (1469-1527). Σύμφωνα με το έργο του «Ο Ηγεμών», το χάσμα ανάμεσα στο πώς θα έπρεπε να ζει κανείς και το πώς πραγματικά ζει, είναι τόσο μεγάλο, ώστε ο άνθρωπος που αμελεί αυτό που πραγματικά γίνεται προς χάριν αυτού που θα έπρεπε να γίνεται, παίρνει το δρόμο προς την αυτοκαταστροφή και όχι προς την αυτοσυντήρηση. Επιτυχημένος ηγεμόνας, κατά το μακιαβελισμό, είναι ο προικισμένος με αρετή (< virtu, με τη σημασία της δύναμης και της ικανότητας προσαρμογής) και αυτός που ξέρει να αδράττει τις ευκαιρίες που του προσφέρει η τύχη. Ο επιτυχημένος ηγεμόνας καθοδηγείται όχι από το θρησκευτικό δόγμα ή από τα ηθικά παραγγέλματα, αλλά από την αυστηρά ωφελιμιστική επιλογή των μέσων που είναι κατάλληλα για τους σκοπούς του και τελικά, υποστήριξε την νεωτεριστική άποψη της ένωσης του έθνους, σ’ ένα συγκεντρωτικό κράτος (συγκεντρωτισμός).
Μ Ε Τ Α Ρ Ρ Υ Θ Μ Ι Σ Η (16ος αι.)
Η Θρησκευτική Μεταρρύθμιση ή απλώς Μεταρρύθμιση, ήταν ένα θρησκευτικό κίνημα του 16ου αιώνα, το οποίο περιλάμβανε δυο κύριες φάσεις: την Προτεσταντική Επανάσταση που ξέσπασε το 1517 και κατέληξε στην απόσχιση μεγάλου τμήματος της βόρειας Ευρώπης από το ρωμαιοκαθολικό δόγμα, καθώς και την καθολική μεταρρύθμιση που έφτασε στο ζενίθ της γύρω στο 1560. Η Μεταρρύθμιση άρχισε ουσιαστικά στη Γερμανία το 1517, όταν ο Λούθηρος συνέταξε τις περίφημες 95 θέσεις του, με τις οποίες καταδίκαζε την πώληση συγχωροχαρτιών και την απόλυτη εξουσία του Πάπα, και τις τοιχοκόλλησε στην πόρτα της μητρόπολης της Βιτεμβέργης. Η θρησκευτική θεωρία της Μεταρρύθμισης αποτελεί σώμα αρχών για το δόγμα του Προτεσταντισμού, με βασικούς υποστηρικτές, εκτός από το Λούθηρο, τον Καλβίνο και το Ζβίγγλιο. Ξεκινά έτσι μια ουσιαστική αλλαγή νοοτροπίας, που ξεπερνά την πίστη στο αλάθητο της παπικής εξουσίας και εγκαινιάζεται έτσι η νέα σκέψη, πάνω στη εσωτερική όψη της θρησκείας, ανοίγοντας πόρτες για την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης που ανθεί στην επόμενη περίοδο του Διαφωτισμού.
ΠΡΟΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ (17ος αι.)
Ήδη από το 16ο αιώνα, Ο Μονταίν εφάρμοσε το σκεπτικισμό, που πήρε την πιο ακραία μορφή του με το Ρενέ Ντεκάρτ στα μέσα του 17ου αιώνα, ο οποίος εισάγει την εμφάνιση του ρεύματος του Ορθολογισμού.
Βασική πεποίθηση του Ορθολογισμού είναι ότι η πηγή της γνώσης είναι ο λόγος, η καθαρή γνώση, δηλαδή η νόηση που λειτουργεί σύμφωνα με τους δικούς της νόμους και τις δικές τις δυνατότητες, άσχετα με τα δεδομένα του εμπειρικού κόσμου. Υπάρχουν στο ανθρώπινο πνεύμα γνωστικά στοιχεία, όπως τα μαθηματικά αξιώματα, οι λογικές αρχές, οι ιδέες σχετικά με την ψυχή και το Θεό, που έχουν απόλυτη ισχύ και επιβάλλονται ως κάτι αναγκαίο. Χάρη σ’ αυτές τις έμφυτες αρχές και ιδέες ο νους μπορεί να γνωρίσει την αλήθεια αδιαφορώντας για την εμπειρία ή αποδίδοντας δευτερεύουσα σημασία σ’ αυτή. Αρκεί, για το σκοπό αυτό, να στηριχτεί στις δικές του δυνατότητες και να αξιοποιήσει τα προεμπειρικά δεδομένα που διαθέτει, χρησιμοποιώντας την εμπειρία ως έναυσμα και μόνο για την ενεργοποίηση των τελευταίων. Η σκέψη αποτελεί το βασικό κριτήριο της ύπαρξης («cogito ergo sum» = σκέπτομαι, άρα υπάρχω)
Τη θεωρία του Ορθολογισμού, αν και με κάποιες διαφοροποιήσεις, ακολούθησαν ακόμα οι Λάιμπνιτς και Χέγκελ.
Στον αντίποδα, εμφανίστηκε το ρεύμα του Εμπειρισμού, σύμφωνα με το οποίο, η σπουδαιότερη, αν όχι η μοναδική πηγή της γνώσης είναι οι αισθήσεις, που εξασφαλίζουν το εμπειρικό υλικό. Προεμπειρικά στοιχεία, με τη μορφή των έμφυτων ιδεών, δεν υπάρχουν. Οι λογικές έννοιες δε βρίσκονται από πριν στη συνείδηση αλλά απορρέουν από την εμπειρία, το υλικό της οποίας υποβάλλεται σε επεξεργασία και αποτελεί αντικείμενο λογικής αφαίρεσης. Η νόηση δε διαθέτει, από μόνη της, τίποτε «εκ του μηδενός», αλλά περιορίζεται, απλά, στο να κατατάσσει, να συνθέτει και γενικότερα να επεξεργάζεται το υλικό των αισθήσεων, παράγοντας, με βάση αυτό, συνθετότερες παραστάσεις.
Την αντίθεση ορθολογισμού και εμπειρισμού προσπάθησε να ξεπεράσει ο Εμμανουήλ Καντ με τη Κριτική διδασκαλία του, σύμφωνα με την οποία η επιστημονική θεμελίωση της γνώσης προϋποθέτει συνεργασία λόγου και εμπειρίας. Αναπτύσσεται έτσι το ρεύμα του Φαινομενισμού, κατά το οποίο τα πράγματα υπάρχουν έξω από τη συνείδηση, η τελευταία, όμως δεν τα γνωρίζει «καθ’ εαυτά» αλλά αποκλειστικά και μόνο ως φαινόμενα. Αυτό σημαίνει ότι τα πράγματα δεν τα γνωρίζουμε όπως ακριβώς είναι, αλλά όπως μπορούμε να τα αντιληφθούμε. Η αιτία, κατά τον Καντ, βρίσκεται στο ότι τα εμπειρικά δεδομένα υποβάλλονται σε επεξεργασία από τις a priori, δηλαδή τις προεμπειρικές δομές, σύμφωνα με τις οποίες λειτουργεί το πνεύμα μας και οι οποίες «παραμορφώνουν» κατά κάποιο τρόπο, τη γνώση μας για τα πράγματα, κάνοντάς μας να τα γνωρίζουμε ως φαινόμενα και μόνο. Το πράγμα στην ουσία και στην ιδιοτυπία του θα μας μείνει για πάντα άγνωστο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου