ΑΙΓΥΠΤΟΣ
O όρος Αρχαία Αίγυπτος αναφέρεται στον πολιτισμό ο οποίος αναπτύχθηκε στη βορειοανατολική περιοχή της Αφρικής, είναι παράκτια της νοτιοανατολικής Μεσογείου στην οποία εκβάλει ο ποταμός Νείλος και ταυτίζεται στο σύνολο, σχεδόν, της έκτασής της με τη σημερινή Αιγύπτο. Είναι ένας από τους έξι πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα. Ο Αιγυπτιακός πολιτισμός ακολούθησε την προϊστορική Αίγυπτο και προέκυψε, ως ενότητα, περίπου το 3150 π.Χ. (κατά την συμβατική Αιγυπτιακή χρονολογία)[1] με τη διοικητική ένωση της Άνω και Κάτω Αιγύπτου από τον φαραώ Ναρμέρ (κοινώς γνωστός ως Μήνης).[2] Η ιστορία της αρχαίας Αιγύπτου εκτυλίχθηκε σε μια σειρά σταθερών βασιλείων, χωριζόμενων από περιόδους σχετικής αστάθειας οι οποίες είναι γνωστές ως Ενδιάμεσες Περίοδοι: το Παλαιό Βασίλειο κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, το Μέσο Βασίλειοτης μέσης εποχής του Χαλκού και το Νέο Βασίλειο της ύστερης εποχής του Χαλκού.
Η Αίγυπτος έφτασε στην ακμή της στο Νέο Βασίλειο, κατά την εποχή των Ραμσιδών, οπότε ανταγωνιζόταν επάξια την αυτοκρατορία των Χετταίων, την Ασσυριακή Αυτοκρατορία και την αυτοκρατορία Μιτάννι, ακολουθώντας αργότερα μια περίοδο αργής παρακμής. Η Αίγυπτος δέχθηκε επιθέσεις από ξένους λαούς, όπως οι Χαναναίοι/Υκσώς, οι Λίβυοι, οι Νούβιοι, οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι οι Πέρσες και οι Έλληνες(συγκεκριμένα οι Μακεδόνες) κατά την Τρίτη Ενδιάμεση Περίοδο και την κλασσική & ελληνιστική αρχαιότητα. Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Πτολεμαίος ο Σωτήρ, ως τότε στρατηγός του, γίνεται ο νέος ηγεμόνας της Αιγύπτου. Το ελληνιστικό Πτολεμαϊκό Βασίλειο που ίδρυσε εξουσίασε την Αίγυπτο μέχρι το 30 π.Χ., όταν η Κλεοπάτρα πέθανε και η Ρώμη έκανε την Αίγυπτο ρωμαϊκή επαρχία.[3]
Η επιτυχία του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού οφείλεται, αδιαμφισβήτητα και ουσιαστικά, στην ικανότητά του να προσαρμόζεται στις συνθήκες του ιδιαίτερου και αφιλόξενου, σε τρίτους, περιβάλλονυος της Κοιλάδας του Νείλου, τις εξελιγμένες, εκ των πραγμάτων, αγροτοκτηνοτροφικές μεθόδους, καθώς και της εκμετάλλευσης του «δέλτα» του. Οι προβλέψιμες πλημμύρες του Νείλου, οι οποίες σε συνδυασμό με τους μουσώνες - χαρακτηριστικών καιρικών φαινομένων της περιοχής - οι οποίοι προσέδιδαν διπλούς ετήσιους εποχιακούς κύκλους και η ελεγχόμενη άρδευση της εύφορης κοιλάδας παρήγαγε αφθονία προϊόντων, το οποίο επέφερε πυκνό πληθυσμό (ίσο με το σύνολο ετούτου της Γηραιάς Ηπείρου) με κοινωνική ανάπτυξη και εξελιγμένο πολιτισμό. Με πλεόνασμα πόρων, η διοίκηση της κοιλάδας και της γύρω ερήμου ενθάρρυνε την πρώιμη ανάπτυξη ενός αυτόνομου και ιδιαίτερου συστήματος γραφής, την οργάνωση συλλογικών κατασκευών και αγροτικών προγραμμάτων, το εμπόριο με τις γύρω περιοχές και ένα στρατό προορισμένο να αντιμετωπίζει εγχώριους και εξωτερικούς εχθρούς. Η γραφειοκρατία του διοικητικού συστήματος, η οποία κατέστησε τους γραφείς υψηλή, κοινωνικώς, τάξη, θρησκευτικοί ηγέτες και διοικητικοί αξιωματούχοι υπό τον έλεγχο του Φαραώ ενθάρρυναν και οργάνωναν αυτές τις δραστηριότητες ενώ ο ίδιος διασφάλιζε τη συνεργασία και την ενότητα του Αιγυπτιακού λαού μέσω ενός περίπλοκου συστήματος θρησκευτικών πεποιθήσεων.[4][5]
ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς (από τις λέξεις περί και κλέος δηλαδή o περιτριγυρισμένος από δόξα, περίδοξος, περίπου 495-429 π.Χ.) ήταν Αρχαίος Έλληνας πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστού και ως «Χρυσού Αιώνα», και πιο συγκεκριμένα της περιόδου μεταξύ των Περσικών Πολέμων και του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η δύναμη, δόξα και η φήμη την οποία χάρισε στην Αρχαία Αθήνα, δικαιώνουν απόλυτα το χαρακτηρισμό του Χρυσού Αιώνα. Η εποχή στην οποία ήταν κύριος της πολιτικής ζωής της Αρχαίας Αθήνας, δηλαδή μεταξύ του 461 π.Χ. και του 429 π.Χ., ονομάζεται μέχρι σήμερα «Εποχή του Περικλή». Γυναίκα του ήταν η Ασπασία.
Ο Περικλής εκμεταλλεύτηκε τη νίκη των ελληνικών δυνάμεων επί των Περσών και την άνοδο της ναυτικής δύναμης της Αθήνας προκειμένου να μετατρέψει τη Δηλιακή Συμμαχία σε «Αθηναϊκή Ηγεμονία», οδηγώντας την πόλη του στην μεγαλύτερη ακμή της ιστορίας της κατά την περίοδο των 14 συνεχόμενων ετών που εκλεγόταν στο αξίωμα του Στρατηγού. Σε στρατιωτικό επίπεδο, οι επεκτατικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις που πραγματοποίησε κατά την διάρκεια της κυριαρχίας του είχαν σαν κύριο στόχο τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Αθήνας. Τις επιχειρήσεις αυτές διεξήγαγε με τη βοήθεια του πανίσχυρου αθηναϊκού ναυτικού, το οποίο άρχισε να δυναμώνει την εποχή του Θεμιστοκλή και αργότερα του Κίμωνα, γιου του Μιλτιάδη. Ωστόσο, στην απόλυτη ακμή του έφτασε κατά την εποχή του Περικλή και αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό της αθηναϊκής υπερδύναμης. Ο Περικλής ήταν ηγέτης της Αθήνας μέχρι τα δύο πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ώσπου το 429 π.Χ. απεβίωσε εξαιτίας του λοιμού των Αθηνών.
Υπήρξε μέγας προστάτης των τεχνών, της λογοτεχνίας και των επιστημών, και ο βασικός υπεύθυνος για το γεγονός ότι η Αθήνα έγινε το πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Επίσης, σε αυτόν οφείλεται η κατασκευή πολλών από τα σημαντικά μνημεία που κοσμούσαν την Αρχαία Αθήνα, με εκείνα της Ακρόπολης να διατηρούν εξέχουσα θέση ανάμεσά τους. Επίσης, υπήρξε μέγας υποστηρικτής της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου και ως αποτέλεσμα, κατά την εποχή του, τέθηκαν οι βάσεις του λεγόμενου Δυτικού Πολιτισμού. Η δράση του δεν περιορίστηκε μόνο εκεί, αλλά ως ηγέτης των Αθηνών, με μία σειρά νόμων, υποστήριξε τις λαϊκές μάζες και τις βοήθησε να αποκτήσουν περισσότερα δικαιώματα σε βάρος της αριστοκρατικής τάξης στην οποία ανήκε κι ο ίδιος. Ήταν τόσο ανοικτός προς τις ευρύτερες μάζες, που πολλοί τον αποκαλούσαν λαϊκιστή.[2][3]
Α΄ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ
Η «επίσημη» πρώτη πτώχευση στην παγκόσμια ιστορία σημειώθηκε το 454 προ Χριστού στον Ναό της Δήλου.
Τον 4ο αιώνα π.Χ. στον Ναό του Απόλλωνα στη Δήλο βρίσκονταν οι θησαυροί της συνομοσπονδίας των ελληνικών πόλεων-κρατών κάτω από την ηγεσία της Αθήνας.
Εκεί φυλασσόταν το τεράστιο ποσό των εισφορών των συμμάχων και εκεί γίνονταν οι συναντήσεις των αντιπροσώπων.
Οι πόλεις-κράτη συνέβαλαν στο ταμείο με τη μορφή οικονομικών πόρων, στρατευμάτων και πλοίων, ενώ τα μέλη είχαν ισότιμη ψήφο στο συμβούλιο που είχε δημιουργηθεί.
Το ποσό της οικονομικής συμβολής καθοριζόταν από την Αθήνα, η οποία κατάφερε κάποια στιγμή να μεταφερθεί το θησαυροφυλάκιο της Συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα, καθώς πολύ σύντομα η Δηλιακή Συμμαχία εξελίχθηκε σε Αθηναϊκή Ηγεμονία.
Ο Αριστείδης καθόρισε πρώτος το ποσό της εισφοράς για κάθε πόλη με τόσο δίκαιο τρόπο που οι σύμμαχοι τον ονόμασαν «τον δικαιότερο από όλους τους ανθρώπους».
Το 454 π.Χ., λοιπόν, και ενώ η περίφημη αθηναϊκή συμμαχία έχει ανασυσταθεί, 13 πόλεις-κράτη προχώρησαν σε δανεισμό από τον Ναό της Δήλου. Οι δέκα πόλεις-κράτη, όμως, δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, προχωρώντας έτσι στην πρώτη... στάση πληρωμών της παγκόσμιας ιστορίας!
Δύο από τις δέκα πόλεις-κράτη, μάλιστα, δεν μπόρεσαν τελικά να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ενώ οι υπόλοιπες οκτώ ζήτησαν αυτό που αποκαλείται... επαναδιαπραγμάτευση χρέους.
Η στάση πληρωμών στην Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν, λοιπόν, άγνωστο φαινόμενο, διότι -όπως λέγεται- οι αρχαίοι Ελληνες ως έμποροι αναγνώριζαν αυτό που αποκαλείται σήμερα συνυπευθυνότητα χρέους – δηλαδή ότι ο δανειστής πρέπει να αναλαμβάνει μερίδιο του ρίσκου αν κάτι πάει στραβά.
Το θέμα είναι, πάντως, ότι πολλά από τα δάνεια χορηγήθηκαν τότε με τη σίγουρη πρόβλεψη ότι ο οφειλέτης θα αποδειχτεί τελικά ανίκανος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.
Μετά το «κανόνι» ο Περικλής μετέφερε το ταμείο της Συμμαχίας στην Ακρόπολη της Αθήνας. Εκτοτε οι αποφάσεις λαμβάνονταν μόνο από την Αθήνα και ο φόρος οριζόταν από την Εκκλησία του Δήμου.







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου